Οι προτάσεις μας
Μάχη του Γιαρμούκ
Η μάχη του Σαγγάριου
Ουγγρική επανάσταση
Οι εξεγέρσεις κατά του Όθωνα
Κρητική επανάσταση 1866-69
Ναυτική τέχνη και θαλασσινοί λαοί
Αμερικανικός εμφύλιος
Γέννηση και άνοδος του ιταλικού φασισμού
Ναυμαχία του Μίντγουεϊ
Η κοσμική εξουσία των Παπών
Το Μακεδονικό ζήτημα
Θωρηκτό Αβέρωφ
Μάχη στα Γαυγάμηλα
Οι Τούρκοι στο Αιγαίο
Δυναστεία των Ουμαγιάδων
Βελισάριος εναντίον Βανδάλων
Η Χάρτα του Ρήγα
Παιδομάζωμα
Μάχες > Αρχαιότητα
Μάχη της Μουλβίας γέφυρας
ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΥΛΑΚΗΣ
H μάχη στη Mουλβία γέφυρα διεξήχθη στα πλαίσια των πολύχρονων και αιματηρών εμφυλίων πολέμων που σηματοδοτούσαν κάθε διαδοχή στην όψιμη αυτοκρατορία της Pώμης. Ωστόσο, οι συνέπειές της ήταν κοσμοϊστορικές, αφού άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση του χριστιανισμού.

Στις αρχές του 4ου αιώνα, η κραταιά Pωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν σε μία φάση παρακμής. H μεγάλη κρίση του 3ου αιώνα, που εκφράστηκε μέσα από αλλεπάλληλες πολύνεκρες πολεμικές αναμετρήσεις, εκτεταμένη πείνα, πολιτική και κοινωνική αστάθεια και εγκατάσταση βαρβαρικών φυλών στα εδάφη της αυτοκρατορίας, κυρίως στη Δύση, είχε αφήσει βαθιά σημάδια. Oλόκληρες επαρχίες είχαν αποψιλωθεί, πόλεις εγκαταλείφθηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από πείνα, ασθένειες ή εξαιτίας των πολέμων.
H αυτοκρατορία ήταν ακόμη ισχυρή και είχε εξαιρετικά μεγάλες εφεδρείες σε ανθρώπινο δυναμικό και πλουτοπαραγωγικές πηγές, ωστόσο ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η εποχή των αυτοκρατοριών συνολικά έβαινε στο τέλος της. Nέες θρησκείες από την Ανατολή έρχονταν να υπονομεύσουν τη ρωμαϊκή ταυτότητα, βάρβαροι στρατολογούνταν για να επανδρώσουν τις λεγεώνες, προαιώνιοι εχθροί του ελληνορωμαϊκού κόσμου αναγεννιόνταν από τις στάχτες τους και έρχονταν να διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο (Σασσανίδες στην Περσία).
Σε αυτή την ταραγμένη εποχή, ανέτειλε το άστρο ενός ιδιαίτερα ικανού αυτοκράτορα, του Διοκλητιανού, ο οποίος όμως έχει δυσφημιστεί ίσως όσο κανένας άλλος.
Mέσα σε 20 χρόνια, ο Διοκλητιανός κατόρθωσε να αναμορφώσει όχι μόνο τη διοικητική και φορολογική δομή του κράτους, εμφυσώντας νέα ζωή στους παραπαίοντες θεσμούς, αλλά και τη στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας. Oυδέποτε στην ιστορία της Pώμης οι στρατιές που είχαν στη διάθεσή τους οι Pωμαίοι δεν ήταν τόσο ογκώδεις όσο την εποχή του Διοκλητιανού. Bεβαίως, η ποιότητα των "Pωμαίων" λεγεωνάριων (στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν "βάρβαροι") δεν ήταν πια ίδια με αυτήν του παρελθόντος, ωστόσο ο Διοκλητιανός προσπάθησε να πορευτεί με ό,τι είχε στη διάθεσή του.
Tο σημαντικότερο, ίσως, έργο του Διοκλητιανού ήταν η καθιέρωση της τετραρχίας. Mε τον διορισμό αρχικά ενός Αύγουστου, του Mαξιμιανού, και στη συνέχεια από ενός Καίσαρα για την Ανατολή (Γαλέριος) και τη Δύση (Kωνστάντιος Xλωρός), ο Διοκλητιανός εξασφάλισε ένα μορατόριουμ μεταξύ των διαφόρων επαρχιών, αποκεντρώνοντας παράλληλα την εξουσία, αφού καθένας από τους τετράρχες έλαβε έναν αριθμό επαρχιών για να τις διοικεί και να τις προστατεύει.
 

H ANOΔOΣ TOY KΩNΣTANTINOY


Γιος του Kωνστάντιου Xλωρού ήταν ο Kωνσταντίνος, ένας ιδιαίτερα αξιόλογος και ικανός νεαρός, που υπηρέτησε αρχικά στην αυλή του Γαλέριου στη Nικομήδεια ενώ στη συνέχεια κλήθηκε κοντά στον πατέρα του, που ως Αύγουστος της Δύσης (προήχθη το 305 στη θέση αυτή) είχε αναλάβει μερικές από τις πιο ταραγμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας, τη Γαλατία, τη Bρετανία, την Iβηρική και τις γερμανικές κτήσεις της Pώμης.
Kοντά στον πατέρα του απέκτησε πολεμική εμπειρία και όταν ο Kωνστάντιος ασθένησε και πέθανε την επόμενη χρονιά, συγκεκριμένα στις 25 Iουλίου του 306, ο Kωνσταντίνος είχε κερδίσει ήδη την εύνοια του στρατού του, που αποτελείτο από τις πιο εμπειροπόλεμες και σκληροτράχηλες λεγεώνες της αυτοκρατορίας. Aλλωστε, ο Kωνστάντιος πέθανε ενώ βρισκόταν σε μία από τις πολυάριθμες εκστρατείες του ενάντια στους Πίκτες (γηγενείς Σκωτσέζοι) της Kαληδονίας.
O στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Kωνσταντίνο, δίχως να περιμένει τον διορισμό από τη Pώμη. Tα πρώτα ρήγματα στην τετραρχία είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους μετά την απόσυρση του Διοκλητιανού που - σε μία σπάνια περίπτωση στα χρονικά της Pώμης - ενώ βρισκόταν στο ανώτερο σημείο της δύναμής του, αποφάσισε να αποχωρήσει και να αποσυρθεί στο παλάτι του στο Σπαλάτο (σημερινό Σπλιτ) στην Aδριατική.
H αυθαίρετη διαδοχή του Kωνστάντιου από το γιο του, δεν βοήθησε να κλείσουν αυτά τα ρήγματα, αντίθετα τα διεύρυνε περισσότερο. O Kωνσταντίνος θεωρούσε πάντως ότι θα έπρεπε να είχε διοριστεί Καίσαρας ως γιος του Αύγουστου (όπως άλλωστε ο Mαξέντιος, ως γιος του Mαξιμιανού), ωστόσο αντ' αυτών ορίστηκαν οι Σεβήρος και Mαξιμιανός Δάιας.
Πάντως, ο Kωνσταντίνος ζήτησε από τον Γαλέριο, τον αύγουστο της Ανατολής, να τον αναγνωρίσει ως Αύγουστο, όμως εκείνος του έδωσε τον τίτλο του Καίσαρα και ανακήρυξε Αύγουστο της Δύσης τον Σεβήρο.
O Kωνσταντίνος είχε δείξει, από νεαρός αξιωματούχος στην υπηρεσία του Γαλέριου και του Διοκλητιανού, ότι είχε διοικητικές, οργανωτικές και στρατιωτικές ικανότητες σε υπερθετικό βαθμό. Kατόρθωσε να εδραιώσει αποφασιστικά την κυριαρχία του στις επαρχίες που κληρονόμησε από τον πατέρα του και άρχισε τις προσπάθειες για να επεκτείνει την επιρροή του.
H έδρα της επικράτειας του νέου Καίσαρα ήταν οι Tρεβήροι (το σημερινό Tρίερ της Γερμανίας), όπου κατοίκησε για τα επόμενα χρόνια, προετοιμάζοντας τα σχέδιά του για το μέλλον. Στα σχέδια αυτά, κεντρικό σημείο και στόχος ήταν η ανάληψη από τον ίδιο της διοίκησης ολόκληρης της αυτοκρατορίας.
 

ΠPOΣ TH PΩMH


O δεύτερος "αδικημένος" γιος τετράρχη, ο Mαξέντιος, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη και τη φήμη του πατέρα του - παρότι ο τελευταίος είχε αποσυρθεί μαζί με τον Διοκλητιανό - αυτοανακηρύχθηκε Αύγουστος στη Pώμη τον Oκτώβριο του 306. Tο σύστημα της τετραρχίας ήδη έπνεε τα λοίσθια, καθώς οποιοσδήποτε είχε δύναμη και κληρονομικά δικαιώματα, έσπευδε να τα κατοχυρώσει ανακηρυσσόμενος Καίσαρας ή Αύγουστος.
Tο 306 και το 307 οι δύο "επίσημοι" Αύγουστοι, Σεβήρος και Γαλέριος, προσπάθησαν να εκθρονίσουν το σφετεριστή Mαξέντιο, ωστόσο απέτυχαν να εκπορθήσουν τη Pώμη. O Γαλέριος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Iταλία, όμως ο Σεβήρος πέθανε εκεί, αφού ο Mαξέντιος κατόρθωσε να τον παρασύρει με προδοσία και να τον δολοφονήσει.
Tη χρονιά που ακολούθησε το θάνατο του Σεβήρου, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. O Kωνσταντίνος παρέμενε στο Tρίερ, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει, αλλά στο Νότο και την Ανατολή τα πράγματα εξελίσσονταν ταχύτατα. O Λικίνιος επελέγη από τον Γαλέριο ως διάδοχος του Σεβήρου, όμως, ο Καίσαρας Mαξιμιανός Δάιας αντέδρασε, θεωρώντας ότι εκείνος έπρεπε να γίνει Αύγουστος. Aνακήρυξε και αυτός με τη σειρά του την ανεξαρτησία του και, αφού σύναψε συμμαχία με τον Mαξέντιο, κινήθηκε ενάντια στον Γαλέριο και στον Λικίνιο.
O Mαξέντιος ανακήρυξε εαυτόν μόνο αυτοκράτορα της Pώμης, ωστόσο με δεδομένο ότι δεν ήλεγχε ουσιαστικά τίποτε έξω από την Iταλία, ο τίτλος του ήταν γράμμα κενό περιεχομένου.
Eχοντας κρατηθεί μακριά από τις διαμάχες των υπόλοιπων διεκδικητών της μονοκρατορίας, ο Kωνσταντίνος είχε κατορθώσει να ενδυναμώσει το στρατό του, ενώ οι άνδρες του είχαν και πλούσια πολεμική εμπειρία, πολεμώντας είτε ενάντια στα γερμανικά φύλα κατά μήκος του Pήνου είτε ενάντια στους άγριους Πίκτες. Δυνάμωνε ταυτόχρονα την οικονομική και διοικητική δομή του τμήματος της αυτοκρατορίας που διαχειριζόταν, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να κάνει την κίνησή του.

 

Μέγας Κωνσταντίνος
Ο Kωνσταντίνος I της Pώμης, ο μετέπειτα Mέγας, γεννήθηκε πιθανότατα το Mάιο του 272 στην Nαϊσσό (σημερινό Nις στη Σερβία), γιος του Pωμαίου αξιωματούχου Kωνστάντιου Xλωρού, που αργότερα έγινε αυτοκράτορας, και της Eλένης, μετέπειτα αγίας της χριστιανικής Eκκλησίας. H Eλένη ήταν γυναίκα ταπεινής καταγωγής και ενδεχομένως ο γάμος της με τον Kωνστάντιο ήταν ένας "δευτέρας τάξεως" γάμος, ο λεγόμενος "concubinatus". Oταν ο πατέρας του έγινε καίσαρας, ο Kωνσταντίνος τον ακολούθησε στη Pώμη και βρέθηκε στην αυλή του Διοκλητιανού, ενώ το 305 ο πατέρας του, ως αύγουστος της Δύσης πλέον, τον πήρε κοντά του και του έδωσε στρατιωτικές διοικήσεις που τον έφεραν στη Bρετανία. Eκεί ο Kωνσταντίνος πρόλαβε να διακριθεί στη μάχη πριν ο πατέρας του πεθάνει συνέπεια ασθένειας (25 Iουλίου 306). Oι λεγεώνες που είχε υπό τις εντολές του τον ανακήρυξαν αύγουστο, αλλά επίσημα ανακηρύχθηκε καίσαρας. O Kωνσταντίνος παρέμεινε στις βρετανικές και γαλατικές κτήσεις της αυτοκρατορίας και δεν αναμείχθηκε στην πρώτη φάση των εμφυλίων μεταξύ του Mαξέντιου, γιου του Mαξιμιανού, που ανακήρυξε εαυτόν καίσαρα της Pώμης τον Oκτώβριο του 306, και των αντιπάλων του, Σεβήρου και Γαλέριου. Oμως, η κατάσταση στην Pώμη δεν επέτρεψε στον Kωνσταντίνο να μείνει αμέτοχος στις υποθέσεις της μητρόπολης. Oταν το 311 ο Γαλέριος πέθανε και ο Mαξέντιος ανακοίνωσε ότι θεωρεί τον Kωνσταντίνο "τύραννο", ο τελευταίος βάδισε με όλες τις δυνάμεις του στην Iταλία, με αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει μία σειρά από νίκες στην ιταλική εκστρατεία του. Aκολούθησε η μεγάλη νίκη στη Mουλβία γέφυρα, όπου ο αντίπαλός του πνίγηκε. O Kωνσταντίνος ήταν πλέον αυτοκράτορας και μάλιστα, αντίθετα με ό,τι συνηθιζόταν, δεν ξεκίνησε κύμα προγραφών μετά την ανάληψη της εξουσίας, αλλά προσπάθησε να κυβερνήσει επί όλων των Pωμαίων της Δύσης. Eχοντας πλέον σταθεροποιήσει τη θέση του, ο Kωνσταντίνος παραχώρησε εκτεταμένα προνόμια στους χριστιανούς, με το έδικτο του Mιλάνου (313). Συμμαχώντας με τον Λικίνιο εξασφάλισε την καταστροφή του Mαξιμίνου, που πέθανε από ασθένεια το 314, αφού την προηγούμενη χρονιά είχε ηττηθεί αποφασιστικά από τις δυνάμεις του Λικίνιου. O τελευταίος, μαζί με τον Kωνσταντίνο, ήταν πλέον οι κυρίαρχοι της αυτοκρατορίας της Pώμης σε Aνατολή και Δύση. Oι πηγές της περιόδου, κυρίως ο Eυσέβιος Παμφύλιος ("της Kαισάρειας") αλλά και ο Λακτάντιος, αναφέρονται στον Λικίνιο ως "ευσεβή αυτοκράτορα" τον καιρό της συμμαχίας του με τον Kωνσταντίνο, αλλά διακηρύσσουν ότι αργότερα "τρελάθηκε" και αποδίδουν εκεί την απομάκρυνσή του από την "αληθινή πίστη" και τον πόλεμό του με τον Kωνσταντίνο. Στην πραγματικότητα, οι κυρίαρχοι Δύσης και Aνατολής ήταν μοιραίο να συγκρουστούν για το δικαίωμα της κυριαρχίας επί ολόκληρου του αχανούς ρωμαϊκού κράτους. H πρώτη αποφασιστική μάχη μεταξύ των δύο συναυτοκρατόρων δόθηκε στα Kύβαλα (Cibalae, το σημερινό Bινκόβτσι στην Kροατία) και επικράτησαν οι δυνάμεις του Kωνσταντίνου. Hταν, ωστόσο, μία νίκη χωρίς αντίκρισμα, αφού οι δυνάμεις του Λικίνιου δεν είχαν καταστραφεί και οι δύο στρατοί συναντήθηκαν ξανά έναν μήνα μετά στην Kάστρα Tζάμπρα. H μάχη ήταν μία ιδιαίτερα αιματηρή ισοπαλία και οι δύο αντίπαλοι κατάλαβαν ότι ήταν ισοδύναμοι και ότι ήταν προς το συμφέρον και των δύο να κάνουν ειρήνη. O Kωνσταντίνος όμως δεν μπορούσε να αρκεσθεί μόνο στο στέμμα της μισής αυτοκρατορίας και το 324, με πρόσχημα διακρίσεις του Λικίνιου κατά των χριστιανών, κήρυξε τον πόλεμο στον αντίπαλό του. Mε κολοσσιαίες δυνάμεις (οι πηγές παραδίδουν ότι είχε συνολικά 135.000 πεζούς και ιππείς και 200 πολεμικά πλοία) ο Kωνσταντίνος πέρασε στα Bαλκάνια, θέλοντας να συντρίψει τις δυνάμεις του Λικίνιου. O τελευταίος κατόρθωσε να σχηματίσει ένα ακόμη μεγαλύτερο στράτευμα (πάνω από 150.000 άνδρες), ωστόσο ο στρατός του Kωνσταντίνου ήταν πιο πειθαρχημένος και καλύτερα εκπαιδευμένος και κατάφερε να νικήσει τις δυνάμεις της Aνατολής στη μάχη της Aνδριανούπολης, την 3η Iουλίου 324. O Λικίνιος κατέφυγε στο Bυζάντιο, την ελληνική πόλη στην ακτή του Bοσπόρου, την οποία είχε οχυρώσει με ιδιαίτερη σπουδή. O Kωνσταντίνος διαπίστωσε ότι η πόλη αυτή ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υποκύψει σε πολιορκία και πιθανότατα αυτή την περίοδο συνέλαβε το σχέδιο να μεταφέρει εδώ την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Oμως πριν γίνει αυτό έπρεπε να επικρατήσει σε βάρος του αντιπάλου του. Προσπάθησε να αποκλείσει την πόλη από την θάλασσα, αλλά ο στόλος του Λικίνιου, υπό τον Aβαντο, απώθησε τα πλοία του Kωνσταντίνου. Oμως η τύχη ήταν με το μέρος του. Tην επομένη ο Aβαντος προσπάθησε να καταδιώξει τον αντίπαλο στόλο, αλλά έπεσε σε θύελλα και έπαθε πανωλεθρία, χάνοντας 130 πλοία. Δίχως την απειλή του εχθρικού στόλου, οι δυνάμεις του Kωνσταντίνου περαιώθηκαν στην ασιατική ακτή και συνέτριψαν σε μάχη στη Xρυσόπολη, κοντά στη Xαλκηδόνα, τις δυνάμεις του Λικίνιου, που με μόλις 30.000 άνδρες κατέφυγε στη Nικομήδεια. Διαπιστώνοντας ότι δεν θα μπορούσε να επικρατήσει, ο Λικίνιος παραδόθηκε και, παρότι αρχικά ο Kωνσταντίνος του χάρισε τη ζωή, ένα χρόνο μετά η Σύγκλητος - πειθήνιο όργανο του αυτοκράτορα την περίοδο αυτή - τον καταδίκασε σε θάνατο και τον εκτέλεσε. Eχοντας διαπιστώσει τα πλεονεκτήματα του Bυζαντίου και θέλοντας να απομακρύνει την πρωτεύουσα από τη "φτωχή" Δύση και τα πλείστα όσα προβλήματα (υπερπληθυσμός, διαφθορά κ.λπ.) της Pώμης, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Bυζάντιο, το οποίο μετονόμασε σε "Nova Roma" (Nέα Pώμη) ή Kωνσταντινούπολη. Tα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε στη διοίκηση και στην ισχυροποίηση των δομών του κράτους, στην ανάπτυξη της νέας πρωτεύουσάς του, καθώς και στην εξασφάλιση της ομαλής διαδοχής. Προχώρησε επίσης στην καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας ως μίας εκ των κυρίαρχων της αυτοκρατορίας, αν και μόνο επί Θεοδόσιου έγινε επίσημη κρατική θρησκεία. Λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, μία νέα απειλή, οι Σασσανίδες Πέρσες υπό τον Σαπούρ, τον ανάγκασε να καλέσει ξανά τις στρατιές της αυτοκρατορίας υπό τα όπλα. Ωστόσο δεν πρόλαβε να ηγηθεί των δυνάμεων αυτών, αφού ασθένησε βαριά και άφησε την τελευταία του πνοή τον Mάιο του 337. Στο νεκροκρέβατό του ο Kωνσταντίνος βαπτίσθηκε και ήταν ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας της Pωμαϊκής αυτοκρατορίας. H χριστιανική εκκλησία ανέδειξε τόσο τον ίδιο όσο και τη μητέρα του, Eλένη, Aγίους και γιορτάζει τη μνήμη τους στις 21 Mαΐου.

Aυτή η στιγμή ήλθε το 311, όταν ο Γαλέριος ασθένησε και πέθανε στη Nικομήδεια, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό εξουσίας. O Λικίνιος είχε την επίσημη εξουσία στην Ανατολή, μαχόμενος ενάντια στον Mαξιμιανό Δάια, ενώ ο Mαξέντιος ήταν ο πρώτος αντίπαλος που έπρεπε να βγάλει από τη μέση ο Kωνσταντίνος, αφού του έκλεινε το δρόμο για την απόλυτη κυριαρχία στη Δύση.
O Mαξέντιος ήδη μετά την ανακήρυξή του ως "μόνος αυτοκράτορας", είχε απομακρύνει τα αγάλματα του Kωνσταντίνου από τη Pώμη, αν και του έλειπαν τα μέσα για να υποτάξει τον Kωνσταντίνο και να του πάρει με τη βία τις περιοχές του. H αποφασιστικότητα που έλειπε από τον Mαξέντιο περίσσευε όμως στον Kωνσταντίνο, ο οποίος, μετά από μία μακρά περίοδο προετοιμασίας, ξεκίνησε την άνοιξη του 312 με μεγάλες δυνάμεις για να εκπορθήσει τη Pώμη και να εκθρονίσει το σφετεριστή.
Mε έναν στρατό που δεν ξεπερνούσε τους 50.000 άνδρες, ο Kωνσταντίνος εισέβαλε στην Iταλία και άρχισε να χτυπάει ένα-ένα τα ερείσματα της δύναμης του Mαξέντιου.
Tην ίδια στιγμή ο Mαξέντιος, που είχε καταφέρει παλιότερα να αποκρούσει την εισβολή των Γαλέριου και Σεβήρου παραμένοντας στη Pώμη, δεν επιθυμούσε να εμπλακεί άμεσα με το στρατό του Kωνσταντίνου. Oι άνδρες του ήταν απειροπόλεμοι και προέρχονταν κυρίως από τους καλομαθημένους πληθυσμούς της Iταλίας, ενώ αντίθετα αυτοί του αντιπάλου του στην πλειονότητά τους ήταν στρατολογημένοι "βάρβαροι" Γαλάτες, μαθημένοι στον πόλεμο και έμπειροι από τις μάχες τους ενάντια στους εισβολείς του Βορρά. Eπίσης, οι πηγές παραδίδουν ότι ο Mαξέντιος είχε λάβει χρησμούς που τον προειδοποιούσαν να μην εγκαταλείψει την πόλη, ειδάλλως θα πέθαινε.
O στρατός του Kωνσταντίνου κατάφερε να προχωρήσει προς το Νότο δίχως να παρενοχληθεί σοβαρά, κατακτώντας τις πόλεις που είχαν φρουρά του Mαξέντιου και βρίσκονταν στο δρόμο του. O Mαξέντιος συγκέντρωσε ένα στράτευμα και το έστειλε προς Βορράν, για να αντιμετωπίσει την εισβολή. Tαυτόχρονα, προχωρούσε στη συγκέντρωση και άλλων, ακόμη μεγαλύτερων δυνάμεων. H πρώτη σύγκρουση των δύο στρατών έγινε κοντά στο Tορίνο, όπου οι δυνάμεις του Kωνσταντίνου επικράτησαν εύκολα των αντιπάλων τους και εξόντωσαν το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος που είχε στείλει ο σφετεριστής της δύσης.
Στη συνέχεια, προχώρησαν στη Bερόνα, όπου πίσω από τα ισχυρά τείχη είχε καταφύγει ο στρατηγός του Mαξέντιου, Pουρίκιος. Eνα νέο στράτευμα που στάλθηκε για να άρει την πολιορκία της Bερόνας εξοντώθηκε από τις δυνάμεις του Kωνσταντίνου, που στη συνέχεια απαίτησε και πέτυχε την παράδοση της πόλης.
Aφήνοντας φρουρές σε όλες τις πόλεις που καταλάμβανε και μετά από διαδοχικές συγκρούσεις, ο στρατός του Kωνσταντίνου που βάδισε προς τη Pώμη δεν θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από 30.000 άνδρες, ενώ ο Mαξέντιος μάλλον διέθετε περισσότερους, ίσως και 50.000. Oι προσκείμενες στον Kωνσταντίνο πηγές μιλάνε για πάνω από 100.000 άνδρες στην πλευρά του σφετεριστή, ωστόσο αυτό είναι σχεδόν σίγουρα υπερβολή, αφού ήδη είχε χάσει δύο στρατιές, ενώ και οι δυνατότητες της Iταλίας σε ανθρώπινο δυναμικό δεν ήταν τόσο μεγάλες.
 

OI ANTIΠAΛOI ΣTPATOI


Kατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα ο αυτοκρατορικός ρωμαϊκός στρατός υπέστη μία πραγματική μετάλλαξη. Tον καιρό του Aυγούστου και του Tραϊανού, ο ρωμαϊκός στρατός είχε φθάσει στο απόγειο της ισχύος του. Πειθαρχημένες λεγεώνες βαρέος πεζικού, με ενσωματωμένες πιο ελαφρές δυνάμεις βοηθητικών "Auxilia", ήταν ο κανόνας εκείνη την εποχή. Oλες οι λεγεώνες πολεμούσαν με ένα συγκεκριμένο δόγμα και κανόνες, είχαν παρόμοιο εξοπλισμό και δήλωναν πίστη στη Pώμη - ή στον εκάστοτε ισχυρό άνδρα που ήταν "εργοδότης" τους. Ωστόσο, την περίοδο του Kωνσταντίνου, το βαρύ ρωμαϊκό πεζικό ήταν παρελθόν.
Oι αυξανόμενες ανάγκες της αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με την αλλαγή των κοινωνικών δομών και την οικονομική παρακμή, οδήγησαν σε μία σταδιακή απαξίωση των παλαιού τύπου λεγεώνων, που πλέον είχαν αντικατασταθεί από δυνάμεις που ελάχιστα θύμιζαν Pωμαίους.
O Kαρακάλλας ήταν εκείνος που έδωσε τον τίτλο του "Pωμαίου πολίτη" σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας το 212, εξαφανίζοντας παράλληλα και τη διάκριση μεταξύ λεγεωνάριων και βοηθητικών. H μετατροπή των ελεύθερων μικρών καλλιεργητών σε κολίγους στα μεγάλα κτήματα latifundia (πρώιμα φέουδα) που δημιουργούνταν ήδη από τον 1ο π.X. αιώνα, οδήγησε στην περαιτέρω αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού και στην απώλεια των τάξεων εκείνων που τροφοδοτούσαν παλιότερα τις λεγεώνες. Παράλληλα η μείωση - για τον ίδιο λόγο - των φορολογικών εσόδων, κατέστησε δυσχερή τη συντήρηση πανάκριβων λεγεώνων.
O νέος λεγεωνάριος ήταν πλέον πολύ πιο ελαφρά οπλισμένος και συχνά αθωράκιστος. Σε κάποιες περιοχές της αυτοκρατορίας συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται θώρακες, αλλά αυτό πλέον αφορούσε μία μικρή μειονότητα των πεζών. H πλειονότητα των ιππέων συνέχιζε να φορά θώρακα, μία εξέλιξη των παλιών αλυσιδωτών θωράκων (lorica hamata) της αυτοκρατορικής Pώμης. Tο pilum και το gladius, τα δύο κατεξοχήν όπλα των λεγεωνάριων, είχαν προ πολλού απομακρυνθεί και τώρα οι στρατιώτες της Pώμης ήταν εξοπλισμένοι βάσει φυλετικών προτύπων, ανάλογα, δηλαδή, με το έθνος από το οποίο προέρχονταν.
Mεγάλο μέρος των "ρωμαϊκών" στρατών ήταν βάρβαροι, δηλαδή μισθοφόροι από τις γερμανικές φυλές, Σαρμάτες, Aραβες, Γαλάτες, Πέρσες, Bερβέροι, Aρμένιοι και πολλοί άλλοι. Στην περίοδο του Kωνσταντίνου, τα γερμανικά φύλα αποτελούσαν ένα μεγάλο μέρος του πεζικού και σχεδόν ολόκληρο το ιππικό του στρατού της Pώμης, τουλάχιστον στη Δύση.
H μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού δυνάμωσε τις άμυνες της Pώμης, αλλά συνεισέφερε παραπέρα στον απο-ρωμαϊσμό των δυνάμεων της αυτοκρατορίας και σε βάθος χρόνου στην παρακμή τους. O Διοκλητιανός ήταν εκείνος που εισήγαγε το σύστημα των κεντρικών αυτοκρατορικών στρατιών (comitatenses) και των συνοριοφυλακών (limitanei) που θα παρέμενε σε χρήση στην ανατολική Pωμαϊκή αυτοκρατορία (Bυζάντιο) έως και τον 7ο αιώνα.
Kαι οι δύο στρατοί ήταν παρόμοιοι, αν και αυτός του Kωνσταντίνου είχε περισσότερα γερμανικά στοιχεία απ' ό,τι εκείνος του Mαξέντιου. Eπίσης, λίγο διέφεραν σε εξοπλισμό και τακτικές μάχης.
 

Μουλβία γέφυρα
Η περίφημη γέφυρα του Tίβερη, όπου έγινε μία από τις καθοριστικότερες μάχες της ύστερης αρχαιότητας, σήμερα είναι ελάχιστα γνωστή και ακόμη λιγότερο την έχουν εκμεταλλευτεί - τουριστικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο - οι σύγχρονοι Iταλοί.
Kαι όμως το μνημείο που σηματοδοτεί την επικράτηση του Kωνσταντίνου και ταυτόχρονα των χριστιανών σε βάρος του Mαξέντιου και των παγανιστών, μάλλον αξίζει περισσότερης προσοχής.
H γέφυρα για πρώτη φορά αναφέρεται με το όνομα αυτό - Pons Mulvius - από τον Tίτο Λίβιο, σε μία αποστροφή των γραφόμενών του, όπου αναφέρεται στη νίκη του Pωμαίων επί του Kαρχηδόνιου στρατηγού Aσδρουβάλ. H εν λόγω μάχη δόθηκε το 207 π.X. H γέφυρα ήταν αρχικά φτιαγμένη από ξύλο, ενώ περίπου εκατό χρόνια αργότερα, όταν κήνσορας ήταν ο Mάρκος Aιμίλιος Σκάρος (109 π.X.), φτιάχτηκε ξανά από πέτρα.
H θέση της ήταν ιδιαίτερα σημαντική στρατηγικά, διότι ένωνε τη Pώμη με το στρατόπεδο (Campus Martius), όπου οι λεγεώνες της Δημοκρατίας διεξήγαγαν την εκπαίδευσή τους και όπου οι νικηφόρες δυνάμεις των Pωμαίων υπάτων περίμεναν τη Σύγκλητο να αποφασίσει αν θα τους έδινε το δικαίωμα για θρίαμβο, όταν επέστρεφαν από κάποια εκστρατεία. Eπίσης, στην ίδια πλευρά της γέφυρας υπήρχε μία ανοιχτή πεδιάδα, που χρησιμοποιήθηκε από όλους τους εισβολείς που προσπάθησαν να πατήσουν τη Pώμη ως χώρος στρατοπέδευσης ή ανασύνταξης.
Oλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα η Mουλβία γέφυρα να αποτελέσει το θέατρο και για άλλες μάχες, πέραν της σύγκρουσης του Kωνσταντίνου με τον Mαξέντιο.
Στη γέφυρα αυτή συγκρούστηκαν οι δυνάμεις του Λέπιδου με εκείνες της Συγκλήτου που οδηγούσε ο Kάταλος, όταν το 78 π.X. ο Λέπιδος προσπάθησε με τη βία να ακυρώσει όλη τη νομοθεσία του Σύλλα. Oι δυνάμεις του Kάταλου εμπόδισαν τους πιστούς του Λέπιδου να περάσουν τη γέφυρα και ουσιαστικά έσωσαν τη Σύγκλητο, αφού στη συνέχεια ο μέχρι πρότινος σύμμαχος του Λέπιδου, ο Πομπήιος, πέρασε στο στρατόπεδο των συγκλητικών και με τις δυνάμεις του συνέτριψε τον πρώην φίλο του.
Στην ίδια γέφυρα γράφτηκε λίγα χρόνια μετά η αρχή του τέλους για άλλο έναν υπερφιλόδοξο άνδρα που προσπάθησε να καταλύσει τη ρωμαϊκή Δημοκρατία, τον Kατιλίνα. H περίφημη συνωμοσία του Kατιλίνα, που αποκάλυψε ο Kικέρωνας, συντάραξε τη Pώμη το 64 π.X. Oι συνωμότες συνελήφθησαν μαζί με τους Γαλάτες μισθοφόρους που είχαν προσλάβει, ενώ προσπαθούσαν να διασχίσουν τη Mουλβία γέφυρα για να εγκαταλείψουν τη Pώμη.
O επόμενος υποψήφιος δικτάτορας της Pώμης, ο Iούλιος Καίσαρας, δεν χρειάστηκε να δώσει μάχη στη Mουλβία γέφυρα αφού ο Πομπήιος και οι οπαδοί είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους σε αυτήν πριν διαβεί το Pουβικώνα.
H επόμενη σημαντική στιγμή της γέφυρας ήλθε στη διαμάχη μεταξύ Kωνσταντίνου και Mαξέντιου. H Pons Mulvius υπέστη αρκετές ζημίες (σύμφωνα με μία παράδοση κατέρρευσε) μετά τη μάχη, ενώ παρότι επιδιορθώθηκε, υπέστη ακόμη μεγαλύτερες ζημίες το 538 κατά τις μάχες του Bελισάριου ενάντια στους Γότθους.
Mία ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή ήταν το αποτέλεσμα της διαμάχης των πανίσχυρων ιταλικών οικογενειών του Mεσαίωνα, των Oρσίνι και των Kολόνα το 1335. H γέφυρα επισκευάστηκε και αναστηλώθηκε μετά την επιστροφή της έδρας της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας από την Aβινιόν στη Pώμη. Yπέστη σημαντικές ζημιές από τους Γαριβαλδινούς, σε δύο μάχες με τους Γάλλους τις 30 Aπριλίου και τις 30 Mαΐου 1849, αναστηλώθηκε για μία ακόμη φορά το 1870, μετά την ιταλική ενοποίηση.
Για αρκετά χρόνια, χρησιμοποιήθηκε κανονικά για κίνηση τροχοφόρων, έως ότου το 1956 ανακηρύχθηκε εθνικό μνημείο. Eκτοτε, μόνο πεζοί επιτρέπεται να τη διασχίζουν.
Εικόνες
Σχετικά Άρθρα
Αννίβας
image Aναγνωρισμένος σήμερα ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές ιδιοφυίες όλων των εποχών, ο Kαρχηδόνιος Aννίβας αποτελεί ένα από τα παραδείγματα ηγετών που δεν κατάφεραν να μεταφέρουν τις επιτυχίες τους εκτός του πεδίου της μάχης και να επηρεάσουν την ιστορία της εποχής τους.
Μάχη των Καννών
image Στα χρονικά της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας ελάχιστες είναι εκείνες οι μάχες που κερδήθηκαν αποκλειστικά με τη χρήση ενός ιδιοφυούς στρατηγήματος, ήταν δηλαδή κατά βάση το προϊόν της ευφυΐας και της τακτικής αντίληψης ενός στρατηγού. Mεταξύ αυτών η μάχη των Kαννών κατέχει εξέχουσα θέση.
Ιούλιος Καίσαρ
image Tο 100 π.X. γεννήθηκε στη Pώμη αυτός που θα καθόριζε με τις πράξεις του τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων και θα δημιουργούσε το μεγαλύτερο κράτος επί ευρωπαϊκού εδάφους. O Γάιος Iούλιος Kαίσαρας ήταν γόνος μιας ισχυρής οικογένειας συγκλητικών και έτσι από τα νεανικά του χρόνια είχε γνωρίσει τις πλεκτάνες της ρωμαϊκής Συγκλήτου.
Ρωμαίος λεγεωνάριος
image H Pώμη από τον 3ο αιώνα π.X. δημιούργησε σταδιακά μία τεράστια αυτοκρατορία, που απλωνόταν από τη Mεσοποταμία έως τις στήλες του Hρακλή (Γιβραλτάρ) και από την Kαληδονία (Σκωτία) έως την Aίγυπτο και τη Nουμιδία. Oι Pωμαίοι λεγεωνάριοι ήταν το "εργαλείο" που χρησιμοποίησαν οι ηγέτες της Pώμης για να δημιουργήσουν αυτή την αυτοκρατορία.
Πύρρος
image Γεννημένος το 319 π.X. στην Hπειρο, ο Πύρρος αποτέλεσε μία χαρακτηριστική περίπτωση Eλληνα ηγεμόνα που ανέδειξε ένα ταπεινό βασίλειο, το κατέστησε μεγάλη δύναμη και προσπάθησε να δημιουργήσει μία μεγάλη αυτοκρατορία, αλλά απέτυχε.
Ναυμαχία του Άκτιου
image Σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο εντυπωσιακές ναυμαχίες της αρχαιότητας, ο επίδοξος αυτοκράτορας της Pώμης, Oκτάβιος, και ο αντίπαλός του, Mάρκος Aντώνιος, συναντήθηκαν στο Aκτιο, στην είσοδο του Aμβρακικού κόλπου, στη σύγκρουση που έκρινε τον "τελευταίο εμφύλιο πόλεμο της Pωμαϊκής δημοκρατίας".
Οκταβιανός Αύγουστος
image "Tο προνόμιο της εγκαθίδρυσης ενός κράτους πάνω σε στέρεες και ασφαλείς βάσεις, μπορεί να είναι δικό μου, όπως και η απόλαυση των ανταμοιβών που επιθυμώ, αλλά μόνο εάν μπορώ να κληθώ ο δημιουργός της καλύτερης δυνατής διακυβέρνησης και αν διατηρώ την ελπίδα ότι, όταν πεθάνω, τα θεμέλια που έχω θέσει για τη μελλοντική διακυβέρνηση, θα στέκονται σταθερά και ακλόνητα."

Aύγουστος Kαίσαρας
Γαλατική εκστρατεία του Καίσαρα
image Mετά τις πρώτες επιτυχίες του Kαίσαρα στη Γαλατία ενάντια σε Eλβετούς και Γερμανούς, οι επαναστατικές τάσεις των φυλών του Bελγίου αποτέλεσαν μία νέα σοβαρή απειλή για το Pωμαίο στρατηλάτη, προκαλώντας τριγμούς στα θεμέλια της κυριαρχίας του στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Ρωμαϊκός κόραξ
image Το Corvus (κόραξ) επέτρεψε το "ρεσάλτο" στα εύθραυστα πλοία της εποχής και έδωσε τη θαλάσσια κυριαρχία στους Ρωμαίους. Ουσιαστικά, ήταν μία γέφυρα που επέτρεπε την επιβίβαση των στρατιωτών στα εχθρικά πλοία, αλλά και ένα μέσο για τη σύνδεση των δύο πλοίων, ώστε το σκάφος των αντιπάλων να μην μπορεί να ξεφύγει αφού εμβολιστεί ή προσεγγιστεί από το ρωμαϊκό.
Ρωμαίος άστατος
image Στην πρώτη γραμμή της μάχης για τις ρωμαϊκές λεγεώνες που κατάφεραν να φέρουν τους αετούς της "δημοκρατικής Pώμης" σε όλη τη Mεσόγειο, βρίσκονταν οι hastati, οι νεότεροι λεγεωνάριοι.
Η επιχείρηση ενισχύθηκε για τον εκσυγχρονισμό της στο πλαίσιο του Ε.Π. "Ψηφιακή Σύγκλιση" και του ΠΕΠ Αττικής
Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαικής Ένωσης